/
507 Views0
Ο ρόλος της σωστής διατροφής-και από άποψη ποιότητας, αλλά και ποσότητας- για τα άτομα με διαβήτη είναι καθοριστικός και μπορεί να βοηθήσει στην αποτελεσματική θεραπεία και ρύθμιση του διαβήτη, όπως και στην πρόληψη των μακροχρόνιων επιπλοκών που συσχετίζονται με το διαβήτη.
Για πολλες δεκαετίες οι συστάσεις για τη δίαιτα του διαβήτη ήταν ιδιαίτερα αυστηρές και απαιτούσαν ένα δραματικό περιορισμό κυρίως των υδατανθράκων, γεγονός που καθιστούσε την καθημερινότητα για ένα άτομο με διαβήτη πολύ δύσκολη και τη διατροφή του μονότονη και περιοριστική, αφού απαγόρευε πολλά τρόφιμα, κυρίως από την κατηγορία των αμυλούχων τροφίμων και γλυκών.
Με το πέρασμα των χρόνων και μέσα από νέα ευρήματα μελετών και ερευνών αποδείχθηκε πως η παρουσία των υδατανθράκων στη δίαιτα του διαβήτη πρέπει να είναι υψηλή και να φτάνει μέχρι και το 50-55%, δίνοντας μια ελευθερία στις επιλογές και φέρνοντας της πιο κοντά σε αυτό που ονομάζουμε μοντέλο υγιεινής διατροφής.
Τα τρόφιμα που περιέχουν ζάχαρη μπορούν να αντικατασταθούν από τρόφιμα με άλλο τύπο υδατανθράκων. Στις περιπτώσεις που τρόφιμα με ζάχαρη καταναλωθούν από άτομα με διαβήτη, θα πρέπει να καλυφθούν κατάλληλα (κυρίως από ινσουλίνη). Στο σημείο αυτό χρήζει προσοχής η συνολική ενέργεια που προσλαμβάνεται ημερησίως η οποία δε θα πρέπει να ξεπερνάει τη συνιστώμενη.
Στα πλαίσια αυτής της πιο «ελεύθερης» δίαιτας, αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια μια ολόκληρη βιομηχανία τροφίμων που απευθύνονται στα άτοπμα με διαβήτη, με στόχο τον εμπλουτισμό της καθημερινής τους δίαιτας. Τα προϊόντα αυτά τα οποία χαρακτηρίζονται και προβάλονται ως «κατάλληλα για διαβητικούς» ή «διαβητικά τρόφιμα» περιλαμβάνουν μια ευρεία γκάμα προϊόντων από σοκολάτες και μπισκότα, μέχρι μαρμελάδες και ειδικά ζυμαρικά και όπως είναι φυσικό, πολύ συχνά, προσελκύουν τα άτομα με διαβήτη, τα οποία με τη σειρά τους θέλουν να τα καταναλώσουν, ώστε να αποφύγουν τους περιορισμούς και να εμπλουτίσουν γευστικά τη διατροφή τους. 
Το βασικό χαρακτηριστικό των τροφίμων αυτών είναι η αντικατάσταση της κοινής ζάχαρης από άλλες γλυκαντικές ουσίες (φυτικές π.χ. σορβιτόλη, φρουκτόζη, μανιτόλη ή τεχνητές όπως η σουκραλόζη, η ασπαρτάμη, η σακχαρίνη κ.ά.), ή η αντικατάσταση των υδατανθράκων, με ταυτόχρονη αύξηση των πρωτεϊνών, όπως συμβαίνει σε «ειδικά» ζυμαρικά.
Στη δεκαετία του 60, όταν οι συστάσεις για τη διαιτητική αγωγή του διαβήτη στηριζόταν σε μια δίαιτα χωρίς ζάχαρη και με μειωμένους υδατάνθρακες, οι εταιρείες τροφίμων άρχισαν να χρησιμοποιούν τα αλκοολικά παράγωγα της ζάχαρης (σορβιτόλη, ξυλιτόλη και η μαννιτόλη) και άλλα γλυκαντικά όπως η φρουκτόζη, αντί της σουκρόζης για να παρασκευάσουν γλυκά όπως κέϊκ χωρίς ζάχαρη, μπισκότα ή άλλα τυποποιημένα προϊόντα.
Μέχρι και σήμερα τα τρόφιμα αυτά κυκλοφορούν στην αγορά, χωρίς όμως πάντα να αποτελούν μια ενδεδειγμένη επιλογή για τα άτομα με διαβήτη, αφού στις περισσότερες χώρες δεν υπάρχει η νομοθεσία που να καθορίζει τα κριτήρια για τη διατροφική επισήμανση «κατάλληλο για διαβητικούς». Η Μεγάλη Βρετανία στις αρχές της δεκαετίας του 80, ήταν από τις πρώτες χώρες που όρισε νέα κριτήρια για τα «διαβητικά» τρόφιμα, διευκρινίζοντας ότι ένα τρόφιμα για να μπορεί να έχει την ένδειξη «κατάλληλα για διαβητικούς», θα πρέπει να μην περιέχει περισσότερο λίπος και ενέργεια από τα αντίστοιχα τρόφιμα. Στην ίδια χώρα, από την 1η Μαρτίου του 1995, τα κριτήρια αυτά αποσύρθηκαν διότι οι διαιτητικές συστάσεις ήταν πλέον οι ίδιες για το γενικό πληθυσμό, αλλά και τα διαβητικά άτομα.
Στις τελευταίες δεκαετίες, τα χαρακτηριστικά των ειδικών αυτών προϊόντων καθορίζονταν από την Οδηγία (Directive) 1999/41/EC, που εκδόθηκε στις 7 Ιουνίου του 1999, στηριζόμενη στην Οδηγία 89/398/EEC, που αφορούσε τους Νόμους των Χωρών μελών, σχετικά με τα τρόφιμα που απευθύνονται σε άτομα με ειδικές διατροφικές ανάγκες.
Αν και στα πρώτα χρόνια τα προϊόντα αυτά έτυχαν πλήρους και γενικής αποδοχής, τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένας ιδιαίτερος σκεπτικισμός για τη χρησιμότητα τους, αλλά και την ευεργετική τους δράση στο διαβήτη, δεδομένου ότι: 1) δεν υποστηρίζονται πάντα επιστημονικά, 2) δεν υπάρχει σχετική για την αξία τους επιστημονική βιβλιογραφία, 3) μπορεί να αποβούν ακόμα και επιβαρυντικά, αφού έχουν συχνά περισσότερο λίπος και θερμίδες και συμβάλουν στην αύξηση της παχυσαρκίας.
Για το λόγο αυτό τα ομοσπονδιακά συμβούλια της Γερμανίας, της Αυστρίας και άλλων χωρών προώθησαν σχετικές αποφάσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση, σύμφωνα με τις οποίες τρόφιμα, γλυκίσματα “κατάλληλα για διαβητικούς” να μην πωλούνται μετά τον Ιανουάριο του 2012, αφού όπως αποδείχθηκε η αποφυγή κατανάλωσης ζάχαρης ή η αντικατάστασή της µε ανάλογα ή παράγωγά της, δεν προκαλεί καµία θετική επίδραση στη ρύθµιση του σακχάρου του αίµατος.
Γιατί δεν συστήνουμε πλέον αυτά τα τρόφιμα;
Η χρήση του όρου «διαβητικό τρόφιμο» στην ετικέτα των τροφίμων χρησιμοποιείται πολλές φορές χωρίς κάποια βάση, έως και αυθαίρετα, κυρίως σε γλυκά, μπισκότα και παρόμοια τρόφιμα.
Τα τρόφιμα αυτά αν και θεωρούνται «επιβαρυντικά» για το σακχαρώδη διαβήτη, εντούτοις μπορούν να ενσωματωθούν κατάλληλα στη διατροφή ενός διαβητικού ατόμου, χωρίς να διαταράξουν τη συνολική γλυκαιμική του ρύθμιση. Βέβαια, πρέπει να γίνεται πάντα σαφές ότι, ακόμα και στα μη διαβητικά άτομα, η κατανάλωση γλυκών ή άλλων τροφίμων, υψηλών σε ζάχαρη ή λίπος, πρέπει να είναι αραιή και προσεγμένη, αφού συμβάλει και στην άυξηση του σωματικού βάρους λόγω του υψηλού λίπους που περιέχουν.
Οι γλυκαντικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε αυτά τα προϊόντα είναι ασφαλείς, εφόσον καταναλώνονται στις επιτρεπόμενες ημερήσιες ποσότητες. Σε αυτές κατατάσσονται, τόσο τα φυσικά υποκατάστατα της ζάχαρης όπως είναι η ξυλιτόλη, η μαννιτόλη, ισομαλτόζη, μαλτιτόλη, όσο και τα τεχνητά υποκατάστατα της. Σύμφωνα με τον FDA πέντε είναι τα εγκεκριμένα τεχνητά υποκατάστατα που μπορούν να χρησιμοποιούνται από τα άτομα με διαβήτη, και συγκεκριμένα είναι: η σακχαρίνη, η ασπαρτάμη, η σουκραλόζη, η ακεσουλφάμη Κ και η νεοτάμη.
Η φρουκτόζη, αν και δίνει καλύτερα μεταγευματικά επίπεδα ζαχάρου, όταν αντικαθιστά τη ζάχαρη ή το άμυλο στη δίαιτα, δε συστήνεται πλέον ως υποκατάστατο για τα άτομα με διαβήτη και επιπρόσθετα μπορεί να επιδράσει αρνητικά στα επίπεδα των λιπιδίων. Αντίθετα, συστήνεται η λήψη φρουκτόζης από φυσικές πηγές της όπως είναι τα φρούτα και τα λαχανικά.
Τα τρόφιμα αυτά, αν και προσφέρουν το πλεονέκτημα της απουσίας ζάχαρης, παράλληλα μπορεί να είναι υψηλά σε κορεσμένο λίπος ή ακόμα πλούσια σε άλλους, επίσης, απλούς, υδατάνθρακες όπως η φρουκτόζη, που αν και δεν ανεβάζει τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος λιγότερο από τη σουκρόζη, αποδίδει ακριβώς τις ίδιες θερμίδες και δε θεωρείται πλέον ένα καλό υποκατάστατο της απλής ζάχαρης.
Επίσης, όπως συμβαίνει και με τα προϊόντα τύπου «λάϊτ», έτσι και τα τρόφιμα για τους διαβητικούς, πολλές φορές οδηγούν, όσους τα καταναλώνουν, σε υπερκατανάλωση, αφού στηριζόμαστεπερισσότερο στην επισήμανση και αδιαφορούμε για το θερμιδικό τους φορτίο. Αυτό συμβαίνει τόσο επειδή διαφημίζονται ή προβάλλονται ως «κατάλληλα» για τα άτομα αυτά, αλλά κυρίως επειδή ανήκουν στα τρόφιμα που τα άτομα αυτά στερούνται, όπως π.χ. γλυκά. Η υπερκατανάλωση τους όμως οδηγεί σε αυξημένη πρόσληψη θερμίδων και σε αύξηση του σωματικού βάρους, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις σε κακή ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης.
Πέρα από το κομμάτι της χρηστικότητας των προϊόντων αυτών υπάρχει ένα μεγάλο θέμα που αφορά το κόστος τους, και το οποίο ιδιαίτερα σε εποχές κρίσης είναι πολύ σημαντικό. Τα ειδικά τρόφιμα για διαβητικούς συνήθως κοστίζουν περισσότερο από τα συμβατικά προϊόντα που είναι χαμηλά σε ζάχαρη ή χωρίς ζάχαρη και αυτό, χωρίς όπως φάνηκε να ισοσταθμίζουν το κόστος με το ώφελος για την υγεία και το ζάχαρο.

Σίγουρα όμως δε θα πρέπει να απορρίπτουμε όλα αυτά τα προϊόντα, δεδομένου ότι κάποια από αυτά έχουν σαφές όφελος για το διαβήτη και έτσι μπορούν να καταναλώνονται, παράλληλα με τα κανονικά τρόφιμα. Υπάρχουν δηλαδή και αρκετά προϊόντα διατροφής, που μπορούμε να συνεχίσουμε να τα συστήνουμε, και τα οποία έχουν παρασκευαστεί με υλικά και μεθόδους που τα καθιστούν κατάλληλα για τα άτομα με διαβήτη, όπως και για άτομα που προσέχουν γενικά τη διατροφή τους αποφεύγοντας τα σάκχαρα και τα λιπαρά, αλλά αποτελούν και νόστιμες επιλογές. Αυτά τα προϊόντα είναι αποτέλεσμα επιστημονικής έρευνας, που αποδεικνύει την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα μιας συνετής κατανάλωσης τους, στα πλαίσια ενός σωστού και ειδικά σχεδιασμένου διαιτολογίου.