/
561 Views0
 
Ο γρήγορος τρόπος ζωής, που οι περισσότεροι βιώνουμε σε μεγάλες ή μικρότερες πόλεις, έχει επεκταθεί ακόμα και στη διατροφή μας, με δυσάρεστες επιπτώσεις. Οι κυριότερες από αυτές είναι οι ακόλουθες, μας επισημαίνει ο κλινικός διαιτολόγος-διατροφολόγος Χάρης Δημοσθενόπουλος:
 
 
1) Οι γυναίκες σήμερα μαγειρεύουν όλο και λιγότερο.

2) Ο διαθέσιμος χρόνος για αγορά και παρασκευή της τροφής έχει περιοριστεί.

3) Τα γεύματα απέχουν όλο και περισσότερο από την τυπική μεσογειακή ή κρητική κουζίνα, που αποτελούσαν παλιότερα την παραδοσιακή ελληνική κουζίνα.

4) Τρεφόμαστε όλο και συχνότερα με γεύματα παρασκευασμένα έξω από το σπίτι.

5) Στηριζόμαστε όλο και περισσότερο σε υλικά όχι φρέσκα αλλά τυποποιημένα, κατεψυγμένα και προμαγειρεμένα.

Οι παραπάνω αλλαγές έχουν άμεση επίπτωση στην υγεία μας, καθώς και η τροφή μας γίνεται, από τη μια, όλο και φτωχότερη σε βασικά θρεπτικά συστατικά και, από την άλλη, όλο και πιο πλούσια σε επικίνδυνες και θερμιδογόνες ουσίες.

Τα αποτελέσματα είναι επιβαρυντικά για την υγεία αφού περιλαμβάνουν την παχυσαρκία, την αύξηση παθήσεων όπως ο διαβήτης, την αύξηση της χοληστερίνης, τις αθηρωματικές πλάκες της καρδιάς, τα γαστρεντερικά προβλήματα, τις τροφικές αλλεργίες.

Η κυριότερη αλλαγή που έχει συντελεστεί τις τελευταίες δεκαετίες είναι η μεγάλη ανάπτυξη του φαινομένου «fast food». Το «γρήγορο φαγητό» στα «ταχυφαγεία ή ταχυεστιατόρια», όπως ονομάζονται ελληνικά, έχει πλέον εισβάλει και στην ελληνική πραγματικότητα. Φαγητά όπως μπιφτέκια (χάμπουργκερ), τηγανητές πατάτες, πίτσα, μαγιονέζα, τηγανητό κοτόπουλο, αναψυκτικά τύπου «κόλα» αποτελούν για μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, και δυστυχώς κυρίως για τα νέα παιδιά, καθημερινό ή σχεδόν καθημερινό φαγητό, τονίζει ο κ. Δημοσθενόπουλος.

Τροφές όπως όσπρια, λαχανικά, φρέσκο ψάρι έχουν εξοστρακιστεί από πολλά ελληνικά τραπέζια και έχουν αντικατασταθεί με γεύματα που περιλαμβάνουν τα παραπάνω φαγητά. Είναι πια γεγονός ότι τα Ελληνόπουλα τρώνε πολύ λίγα λαχανικά και φρούτα, αποφεύγουν την παραδοσιακή φασολάδα, απεχθάνονται τα ψάρια, ενώ τρώνε χωρίς πρόβλημα το χάμπουργκερ και τις τηγανητές πατάτες.

Δυστυχώς, όλα αυτά τα γεύματα έχουν κύριο συστατικό το λίπος σε μεγάλη ποσότητα, αφού πρόκειται για γεύματα με τροφές τηγανητές, σάλτσες, ζωικά λιπαρά, αβγά και λιπαρά τυριά. Το λίπος, κατά γενική αποδοχή, έχει αυξηθεί δραματικά στη σύγχρονη διατροφή του Ελληνα, με αποτέλεσμα 1 στους 3 Ελληνες να είναι πια παχύσαρκος.

Εχουμε, λοιπόν, μια αύξηση του συνολικού προσλαμβανόμενου λίπους, που αντί να ακολουθεί τις γενικές συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας -που μιλούνε για 30% των καθημερινών μας θερμίδων- ξεπερνούν το 40-45%.

Ακόμα, το λίπος στις τροφές αυτές βρίσκεται με τις χειρότερες μορφές του. Ετσι, ενώ η παραδοσιακή μεσογειακή διατροφή έχει βασικό συστατικό τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα (π.χ. από ελαιόλαδο), που θεωρούνται τα καλύτερα και υγιεινότερα λίπη, η διατροφή τύπου «fast food» βασίζεται στα κορεσμένα λίπη του κρέατος και στα υδρογονωμένα λίπη. Αυτά τα λίπη έχει βρεθεί ότι, πέρα από τη συμβολή τους στην παχυσαρκία, συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην εμφάνιση υπερλιπιδαιμιών, καρδιακών παθήσεων, ακόμα και καρκίνων. Παράλληλα βέβαια με τα λίπη, τα γεύματα έξω από το σπίτι παρέχουν και μεγάλο ποσοστό ενέργειας και από μονοσακχαρίτες και δισακχαρίτες. Απλά δηλαδή σάκχαρα, που συμβάλλουν στην αύξηση της παχυσαρκίας, αφού παρέχουν πολλή ενέργεια άμεσα στον οργανισμό. Αναψυκτικά, σοκολάτες, σοκολατούχα γάλατα είναι μερικά από τα τρόφιμα αυτά.

Αλλά, πέρα από τις γνωστές αλυσίδες, και στο σπίτι κυριαρχεί η λογική του γρήγορου φαγητού, επισημαίνει ο κ. Δημοσθενόπουλος. Μαγειρεύουμε πρόχειρα γεύματα (μακαρονάδες, ομελέτες, τηγανητά), τηγανίζουμε, αντί να βράσουμε, χρησιμοποιούμε τη χύτρα και τα μικροκύματα αντί τους παραδοσιακούς τρόπους μαγειρικής και, τέλος, χρησιμοποιούμε κατεψυγμένα είδη τροφίμων, όπως κατεψυγμένα κρέατα, λαχανικά και ψάρια, καθώς και προπαρασκευασμένα φαγητά.

Οσον αφορά τα λαχανικά, αν αυτά έχουν καταψυχθεί αμέσως μετά τη συγκομιδή τους, συσκευασθεί σε αδιαφανείς συκευασίες και διατηρηθεί στις σωστές θερμοκρασίες, διατηρούν σχεδόν όλα τα θρεπτικά τους συστατικά και μπορούμε να τα καταναλώνουμε, αν και η λύση της «λαϊκής αγοράς» είναι πάντα η πιο ενδεδειγμένη.

Για τα προϊόντα κρέατος και ψαριού πρέπει να τηρούμε αυστηρά τις σωστές θερμοκρασίες ψύξης και απόψυξης, για να μην έχουμε αλλοίωση των συστατικών τους. Τέλος, όσον αφορά τα προπαρασκευασμένα και προμαγειρεμένα γεύματα που βρίσκουμε στους καταψύκτες, πρέπει να επιλέγονται πολύ προσεκτικά και σύμφωνα με τα υλικά τους, την ύπαρξη συντηρητικών και το χρόνο κατάψυξής τους.

Το «γρήγορο φαγητό», βέβαια, δεν έχει σχέση μόνο με τα παραπάνω. Είναι πια τρόπος ζωής.

* Η οικογένεια σπάνια πια συναντιέται στο τραπέζι, με δυσμενείς επιπτώσεις στις σχέσεις των μελών της.

* Τρώμε γρήγορα και στο πόδι, γιατί διαρκώς βιαζόμαστε, κάτι που επηρεάζει την υγεία μας (π.χ. το στομάχι μας), αλλά συχνά και το βάρος μας. Αυτό συμβαίνει γιατί το «φαγητό στο πόδι», πέρα από τη χαμηλότερη θρεπτική του αξία, δεν καταγράφεται με κατάλληλο σήμα από τον εγκέφαλό μας. Μια τυρόπιτα, μια σοκολάτα ή ένα πακέτο πατατάκια, δηλαδή, στα γρήγορα, μέσα στο αυτοκίνητο, δεν καταγράφονται σαν φαγητό, όπως ένα γεύμα στο τραπέζι, αν και παρέχουν πολλές θερμίδες. Ετσι, δεν ενεργοποιείται σωστά το κέντρο κορεσμού και οδηγούμαστε συχνά σε υπερκατανάλωση θερμίδων.

* Η τροφή καλύπτει περισσότερο την ανάγκη της πείνας και όχι την ανάγκη για καλύτερη υγεία, μια και προσπαθούμε κυρίως να χορτάσουμε, χωρίς να νοιαζόμαστε πάντα για το αν η τροφή μας είναι θρεπτική και υγιεινή. Δεν τρώμε πια λοιπόν για να ζούμε, αλλά ζούμε για να τρώμε, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

* Δεν είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί με την ποιότητα των τροφών μας. Ετσι, καταναλώνουμε συχνά τροφές σχεδόν μηδενικής θρεπτικής αξίας (από βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, μέταλλα), με πολλά συντηρητικά και βλαβερό τρόπο παρασκευής.

* Ταλαιπωρούμε και καταστρέφουμε τα τρόφιμα, χρησιμοποιώντας λανθασμένους τρόπους μαγειρικής.

Σε μια χώρα που «έδειξε» το δρόμο μέσα από τη μεσογειακή διατροφή, είναι πραγματικά θλιβερό να συνειδητοποιείς πώς τα δυτικά πρότυπα κατάφεραν να εισβάλουν δυναμικά και να αντικαταστήσουν τα τυπικά δείγματα της ελληνικής κουζίνας.

Γι’ αυτό είναι χρέος του καθενός μας, καταλήγει ο κ. Δημοσθενόπουλος, να κρατήσει τον παραδοσιακό τρόπο μαγειρέματος, αλλά και τα παραδοσιακά υλικά να είναι αναπόσπαστα κομμάτια της κουζίνας και της διατροφής του, ώστε, πέρα από την παράδοση, να διαφυλάξει την υγεία του.

 
ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 21/01/2002