/
202 Views0

Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (Centers for Disease Control and Prevention, CDC), ο αριθμός των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη έχει σχεδόν τριπλασιαστεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Περίπου 425 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ), ο οποίος αριθμός αναμένεται να φτάσει τα 629 εκατομμύρια μέχρι το 2045. Η κετογονική δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων (Low Carbohydrate Ketogenic Diet, LCKD), που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως θεραπεία για την παιδική επιληψία, κερδίζει σήμερα αποδοχή ως διατροφική θεραπεία για την παχυσαρκία και τον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) μεταξύ των κλινικών γιατρών και των ασθενών. Παρόλα αυτά, η καταλληλότητα της μείωσης της πρόσληψης υδατανθράκων σε παχύσαρκους ασθενείς και σε ασθενείς με ΣΔ εξακολουθεί να συζητείται,  λόγω αμφιλεγόμενων συμπερασμάτων στη βιβλιογραφία.

Τον βασικό άξονα της κετογονικής δίαιτας αποτελεί η διατήρηση των διατροφικών υδατανθράκων σε πολύ χαμηλά επίπεδα, με ποικίλα επίπεδα πρωτεΐνης και λίπους. Η κλασική κετογονική δίαιτα ορίζεται ως μια δίαιτα με ένα γραμμάριο πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους, 10–15 g υδατάνθρακες την ημέρα και τις υπόλοιπες θερμίδες να καλύπτονται από λίπος. Ο στόχος της δίαιτας είναι να προκαλέσει κέτωση, η οποία πιστεύεται ότι τροποποιεί τις μεταβολικές οδούς προκαλώντας απώλεια βάρους και βελτιώνοντας άλλες παραμέτρους υγείας, όπως η μείωση της υπεργλυκαιμίας και η απόκτηση ενός υγιούς λιπιδαιμικού προφίλ.

Η κετογονική δίαιτα έχει θετική επίδραση στο σωματικό βάρος, τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, το λιπιδαιμικό προφίλ του πλάσματος και τις νευρολογικές διαταραχές. Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις μελετών έδειξαν ότι τα πρότυπα διατροφής με περιορισμένη ποσότητα υδατανθράκων (<26% συνολική ενέργεια) φάνηκαν αποτελεσματικά στη βραχυπρόθεσμη μείωση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης HbA1C (<6 μήνες) ενώ ταυτόχρονα ελάττωσαν και την ανάγκη για αντιυπεργλυκαιμικά φάρμακα.

Στον αντίποδα, ο ακραίος περιορισμός υδατανθράκων έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), υπογλυκαιμία, κετοξέωση και ανεπάρκειες μικροθρεπτικών συστατικών όπως βιταμινών και μετάλλων. Η μακροπρόθεσμη προσκόλληση σε δίαιτες, όπως η κετογονική, συνιστά πρόκληση για το άτομο με ΣΔτ2 και είναι σημαντικό να επανεκτιμάται και να εξατομικεύεται τακτικά η ιατρική και διατροφική προσέγγιση. Παράλληλα, τα προγράμματα διατροφής με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες δεν συστήνονται επί του παρόντος για έγκυες ή θηλάζουσες, παιδιά, άτομα που πάσχουν από νεφρική νόσο και άτομα σε κίνδυνο διατροφικής διαταραχής. Επιπλέον, στις πιο πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας αλλά και του Diabetes Nutrition Study Group, η κετογονική δίαιτα δεν συστήνεται ως μέθοδος διατροφικής αντιμετώπισης για τον ΣΔτ1 και ΣΔτ2.

Συμπερασματικά, διατροφικά πρότυπα χαμηλής πρόσληψης υδατανθράκων, όπως η κετογονική δίαιτα, συνιστούν αποτελεσματικές επιλογές σε ασθενείς με παχυσαρκία ή/και ΣΔτ2, αν και δεν είναι η μόνη διαθέσιμη διατροφική προσέγγιση. Η επιλογή του συγκεκριμένου διατροφικού προτύπου δεν συστήνεται λόγω έλλειψης παρατηρούμενου οφέλους στην πρόληψη και διαχείριση του ΣΔτ2. Σε κάθε περίπτωση η υιοθέτηση μιας κετογονικής δίατας θα πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του ατόμου με ΣΔ, με την παρακολούθηση να είναι τακτική. Τέλος, η χρήση αυτών των διαιτών σε άτομα με ΣΔτ1 εξακολουθεί να είναι αμφιλεγόμενη και η μακροπρόθεσμη ασφάλειά τους δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί.

 

Από την ιστοσελίδα της ΕΔΕ κείμενο από τους : Αρσένου Ελευθερία, Κωστούλα Βαρβάρα, Χάρη Δημοσθενόπουλο