/
619 Views0

Χάρης Δημοσθενόπουλος MMedSci. SRD.PhD

Κλινικός Διαιτολόγος-Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ

Οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, συμπεριλαμβανομένων των διατροφικών συστάσεων και παρεμβάσεων, αποτελούν ένα σημαντικό βήμα της βασικής θεραπείας για άτομα με προδιαβήτη ή χωρίς διαβήτη και για τα άτομα με παχυσαρκία. Στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης στην οποία ζούμε, ο τρόπος προσέγγισης και αντιμετώπισης του διαβήτη έχει αλλάξει και οι παρεμβάσεις κυρίως με τα συστήματα συνεχούς παρακολούθησης της γλυκόζης (CGM), όπως και με τη χρήση νέων αντλιών, της «έξυπνης πένας» ινσουλίνης και άλλων εφαρμογών, βρίσκουν όλο και περισσότερο το δρόμο τους στην αποτελεσματικότερη διατροφική θεραπεία. Η τεχνολογία συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης (CGM) έχει φέρει πλέον επανάσταση στη συνολική φροντίδα του διαβήτη και θα την τροποποιήσει ακόμα περισσότερο στο μέλλον, μέσα από νέες θεραπευτικές παρεμβάσεις και αλλαγές στον τρόπο ζωής ή τη διατροφική πρόσληψη.

Τα συστήματα αυτά έχουν σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας στη θεραπεία του διαβήτη και βελτιώνουν παράλληλα με την καλύτερη γλυκαιμική διαχείριση και διαχείριση των υπογλυκαιμιών και στην καλύτερη διαιτητική θεραπεία αφού αποτυπώνουν την επίπτωση της διατροφής στα μεταγευματικά επίπεδα ζαχάρου. Τα υψηλά επίπεδα μεταγευματικών επιπέδων γλυκόζης αποτελούν πρόκληση, όχι μόνο για τα άτομα με διαβήτη αλλά και για όλους όσοι θέλουν να ρυθμίσουν το βάρος τους αλλά και να προστατέψουν το καρδιαγγειακό τους σύστημα. Η υπεργλυκαιμία μετά το γεύμα είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη ΣΔτ2, καρδιαγγειακών παθήσεων και την παχυσαρκία.

Οι συσκευές CGM μπορεί να παίξουν ένα καθοριστικό υποστήριξης στην εξατομικευμένη διατροφική προσαρμογή, στις παρεμβάσεις στον καθημερινό τρόπο ζωής όπως και τη διατροφική συμπεριφορά. Έτσι, διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές γλυκαιμικές αντιδράσεις στα ίδια ακριβώς τρόφιμα και η μεταβολική επίδραση των επιλογών τρόπου ζωής και άλλων μεμονωμένων παραγόντων είναι δύσκολο να μετρηθεί με παραδοσιακά εργαλεία. Έτσι με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας είναι δυνατόν να δημιουργήσουμε μια εξατομικευμένη διατροφή για να υποστηρίξουμε τη βέλτιστη υγεία του ατόμου με ή και χωρίς διαβήτη και για αυτό και τα συστήματα συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης (CGM), βρίσκουν όλο και περισσότερο το δρόμο τους στη διατροφική θεραπεία. Τα συστήματα επίσης μπορούν να δείξουν ποιο διατροφικό πρότυπο ταιριάζει περισσότερο στο κάθε άτομο (μεσογειακό ή υπερπρωτεϊνικό), ποια τροφή ανεβάζει πολύ π.χ. λευκό ρύζι και ποια όχι π.χ. ρύζι μπασμάτι, ποιος συνδυασμός είναι προτιμότερος π.χ. ρύζι μπασμάτι μαζί με όσπρια (φακόρυζο) ή λαχανικό (σπανακόρυζο), ποια είναι η προτιμότερη σειρά λήψης των τροφίμων (σαλάτα, πρωτεΐνη και μετά υδατάνθρακας) ώστε να επιτευχθούν τα καλύτερα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης.

Αν και οι συσκευές CGMs κυρίως σήμερα απευθύνονται στα άτομα με ΣΔτ1, οι αυξημένες μεταγευματικές συγκεντρώσεις γλυκόζης μπορεί επίσης να είναι επιζήμιες για μη διαβητικά άτομα αυξάνοντας τον κίνδυνο ανάπτυξης αγγειακών επιπλοκών αλλά ακόμα και ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2. Επομένως, τα CGM μπορεί επίσης να είναι πολύτιμα στην κλινική έρευνα να μελετήσουν και να εντοπίσουν τις διαφορές που προκαλούνται από τη διατροφή στις εκτιμώμενες συγκεντρώσεις γλυκόζης στο πλάσμα σε υγιείς, μη διαβητικούς ενήλικες.